hydatogenous

hydatogenous
hy·da·tog·e·nous

English syllables. 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • hydatogenous — adjective see hydatogenic …   Useful english dictionary

  • υδατογενής — ές, Ν φρ. «υδατογενή πετρώματα» (πετρογρ.) πετρώματα που σχηματίστηκαν μέσα σε συγκεντρώσεις υδάτων με καθίζηση ουσιών που αιωρούνται ή είναι διαλυμένες μέσα σ αυτά. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. hydatogenous (< ύδωρ, ύδατος + γενής < …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”